ροντέλ

και ροντέλο, το, Ν
άκλ. μουσ. είδος ροντώ με 13 στίχους, μορφή που προτιμούσε ο Κάρολος τής Ορλεάνης και την ονόμασε σανσόν.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. γαλλ. rondel «μικρός κύκλος»].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.